Νόμοι-κοστούμια στα μέτρα του
Δύο μόλις μήνες πριν από τις τοπικές εκλογές στην Ιταλία, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι δίνει αγώνα δρόμου για να απαλλαγεί από τον κλοιό των δικών για σκάνδαλα που τον βαρύνουν, εντείνοντας το επικίνδυνο μπρα-ντε-φερ του με το δικαστικό σώμα και απειλώντας βασικούς θεσμούς του κράτους δικαίου με τη συστηματική προώθηση νόμων και τροπολογιών που τον θωρακίζουν έναντι της Δικαιοσύνης.
http://s.enet.gr/resources/2010-02/2...umb-medium.jpg
.«Μπερλουσκόνι άει δικάσου» γράφει το χαρτόνι στα έδρανα
γερουσιαστών της αντιπολίτευσης.
Της ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΠΑΝΤΖΟΥ
Εγκέφαλος αυτής της τακτικής των νομικών στρατηγημάτων είναι ο Νικολό Γκεντίνι, προσωπικός δικηγόρος του ιταλού πρωθυπουργού και βουλευτής του μπερλουσκονικού Κόμματος της Ελευθερίας. Αυτός είναι και ο εμπνευστής του νόμου περί «εννόμου κωλύματος» που μόλις ψηφίστηκε στη Βουλή με τη διαδικασία του επείγοντος. Με αυτόν, το υπουργικό συμβούλιο θα μπορεί να αποφασίζει την αναβολή των δικών στις οποίες ενέχονται ως κατηγορούμενοι ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί επί ένα εξάμηνο, το οποίο μπορεί να παραταθεί έως και τους 18 μήνες, έως ότου δηλαδή είναι έτοιμος νέος συνταγματικός νόμος για την ασυλία της κυβέρνησης.
Ο νόμος, που έχει αναδρομική ισχύ, στην ουσία παγώνει τις δύο δίκες που αντιμετωπίζει στο Μιλάνο, για τη δωροδοκία του βρετανού δικηγόρου Μιλς και για κατάχρηση χρημάτων και φοροδιαφυγή στην εταιρεία του Mediaset.
Η πρόσφατη ψήφιση του νόμου περί «σύντομων δικών», που παρουσιάστηκε ως μέσο εκσυγχρονισμού και αποσυμφόρησης ενός δικαστικού συστήματος όπου πράγματι οι δίκες χρονίζουν επί δεκαετίες, δεν ήταν επαρκής για να θωρακίσει επαρκώς τον πρωθυπουργό. Με την πρόβλεψη της (αναδρομικής πάντα) παύσης όλων των δικών για εγκλήματα που επισείουν ποινή κάθειρξης έως δέκα ετών εφόσον δεν υπάρξει τελεσίδη απόφαση σε έξι χρόνια, ο Μπερλουσκόνι, με τίμημα την παύση 100.000 δικών κι άρα την ατιμωρησία 100.000 εγκλημάτων, εξασφάλιζε μεν την «απαλλαγή» του από τις δύο ανοιχτές δίκες εναντίον του, όχι όμως και για την όποια μελλοντική του δίωξη.
Την επομένη της ψήφισης του νόμου περί σύντομων δικών, η Εισαγγελία του Μιλάνου ανήγγειλε ότι ολοκλήρωσε την έρευνα για την Mediatrade-RTI, την τρίτη μεγάλη υπόθεση διαφθοράς που αφορά τον Μπερλουσκόνι, το γιο του (και πρόεδρο της RTI) και δέκα στενούς συνεργάτες του που ενέχονται σε κατάχρηση χρημάτων και φοροδιαφυγή. Αμέσως μετά την ανακοίνωση της Εισαγγελίας, ο Μπερλουσκόνι κατέθεσε με τη διαδικασία του κατεπείγοντος το νόμο περί «εννόμου κωλύματος».
Αλλά τα προβλήματά του δεν τελειώνουν εδώ. Στη δίκη που διεξάγεται για τη διερεύνηση των σχέσεων κράτους-μαφίας, ο «μεταμεληθείς» Μάσιμο Τσιαντσιμίνο, γιος του διαβόητου μαφιόζου χριστιανοδημοκράτη δημάρχου του Παλέρμο, κατέθεσε ότι ο πατέρας του και άλλοι νονοί της Κόζα Νόστρα «επένδυσαν» τη δεκαετία του 1970 στο μεγαλεπήβολο οικιστικό σχέδιο «Μιλάνο 2» του Μπερλουσκόνι, που εγκαινίασε την επικερδέστατη επιχειρηματική του καριέρα.
Και πρόσθεσε ότι μετά τη σύλληψη του πατέρα του, το ρόλο διαμεσολαβητή ανάμεσα στη μαφία και το κράτος ανέλαβε σταδιακά ο (καταδικασμένος πρωτόδικα σε 9 χρόνια φυλακή) γερουσιαστής, συνέταιρος και συνιδρυτής με τον Μπερλουσκόνι της Φόρτσα Ιτάλια Μαρτσέλο Ντελ Ούτρι. Στην ουσία απλώς επιβεβαίωσε τις καταθέσεις των επίσης «μεταμεληθέντων» μαφιόζων Σπατούτσα και Τζιουφρέ περί συνεργασίας του Μπερλουσκόνι με τη μαφία.
Καθώς αυτές οι καταθέσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σοβαρότατες κατηγορίες κατά του πρωθυπουργού, η απάντηση του νομικού του επιτελείου ήταν άμεση. Την επομένη των αποκαλύψεων Τσιαντσιμίνο, κατατέθηκε στη Βουλή σχέδιο νόμου που περιορίζει την αποδεικτική αξία των καταθέσεων μεταμελημένων μαφιόζων.
Σε όποια, ωστόσο, νομοθετικά τερτίπια και αν καταφύγει ο Μπερλουσκόνι προκειμένου να μην δικαστεί, υπάρχουν δύο αλήθειες από τις οποίες δεν μπορεί να ξεφύγει. Η πρώτη είναι ότι σε ένα κράτος δικαίου η επιτάχυνση των δικών γίνεται με την ενίσχυση των μέσων που διαθέτει η Δικαιοσύνη κι όχι με την παύση δίωξης των εγκλημάτων. Και δεύτερο και σημαντικότερο, ότι η εμμονή του στην αναζήτηση ατιμωρησίας ισοδυναμεί στην πράξη με ομολογία ενοχής.
Πηγή: Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010